Oι τσοπαναραίοι της νύχτας


Γράφει ο Πάνος Πιλάτος the2pornot2p@yahoo.gr
Από το IPanic vol 13

Από έναν τύπο που διευθύνει εμπορικό κατάστημα, περιμένεις συμπεριφορές ανάλογες με ένα Frankenstein υβρίδιο μεταξύ αριθμομηχανής και γερολαδά. Από έναν, π.χ., ιδιοκτήτη rock club, τι θα περίμενες; Τουλάχιστον έναν… Bono, έτσι δεν είναι; Δηλαδή έναν επιχειρηματία «μέσα στη φάση». Αμ έλα που στην Ελλάδα ισχύει ΚΑΙ σε αυτή τη περίπτωση πως είμαστε από άλλο ανέκδοτο! Γ.Τ.Π. καβάλα –για να συνεννοούμαστε… ____________________

Όσοι και όσες δουλεύετε «νύχτα», σε clubs και τα συναφή, δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχετε φάει στη μάπα (ως το ρινικό οστό και ακόμα πιο μέσα) τη μαλ@κία που βαράει το μεγαλύτερο μέρος των boss σας. Όσοι και όσες, πάλι, απλά είστε θαμώνες σε τέτοια καταστήματα, μάθετε τούτο: για να ευχαριστηθείτε μια νύχτα σε –για παράδειγμα- μια live σκηνή, συχνά εκείνος ο τύπος που τον βλέπετε να μετρά λεφτά σαν γερολαδάς ή να καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι όταν συστήνεται ως «ιδιοκτήτης», ΔΕΝ αξίζει ούτε ένα μπράβο. Όλοι οι υπόλοιποι ξεσκίζονται για την δική σου πάρτη. Κι αν ρωτήσεις για εκείνον τους υπαλλήλους του, off the record, θα σου πουν: για τον μπούτζο καβάλα!

Ω, ναι, οι ιδιοκτήτες αυτών των μαγαζιών, συνήθως, ανήκουν στην περίπτωση εκείνη όπου κάποιος τσοπάνος ξαφνικά «την βλέπει» επιχειρηματάρα, μόνο που (για να ραπάρω και λίγο), πρόκειται για παπάρα που τα κάνει μαντάρα. Ρε συ, άνθρωπε, για να πουλάς τσαρούχια σε φουστανέλα-lovers τουρίστες σε προόριζε η ζωή, άντε το πολύ για μπακάλη. Αντί για κοστούμι όφειλες να φοράς πιζάμες και να πίνεις τίλιο σπιτάκι σου, κρυφοπαίζοντάς τον (!) από τη γυναίκα σου, σερφάροντας στα πορνοσάιτ. Τι στο Διάολο σου φταίνε όσοι λιώνουν για το νυχτοκάματο, μίζερε, και τους βγάζεις τον αδόξαστο;

Δώσε βάση… Μιλάω με έναν τέτοιον. Του παραθέτω τεκμηριωμένα ένα σίγουρο project για να σκάσει κόσμος στο μαγαζί του. Ένα project για το οποίο δεν θα πλήρωνε μία, επειδή moi και ορισμένοι ακόμα τύποι, θα διευκόλυναν την διεκπεραίωσή του δίχως οικονομικό αντάλλαγμα. Απλά τέθηκε το αυτονόητο: «με το που θα τα κονομήσεις, να μας δώσεις τόσα» (ένα 8%, ουσιαστικά, από τον τζίρο). «Πριν γίνει το σκηνικό δεν θέλουμε μία, κι αν δεν πιάσει, δεν αξιώνουμε φράγκα, μόνο κάλυψέ μας σε εκείνα τα απειροελάχιστα έξοδα» (και πάλι εξαιρετικά γελοίο ποσό για έναν Επιχειρηματία –όχι όμως και για τον τσοπαναρέα!). Ο εν λόγω τελειωμένος πανίβλακας, μας είχε άπαντες επί 3 εβδομάδες στο περίμενε. Συσκεπτόταν με τον εαυτό του, ο καμένος πουθενάς, και δεν κατέληγε πουθενά.

Στο μεταξύ, εμείς να «τρέχουμε» την κατάσταση, για να κερδίσουμε χρόνο και ποιότητα, βάζοντας στην frontline του εγχειρήματος τον αέρα μας σε «άκρες» και τις γνωριμίες μας. 23 μέρες μετά την κατάθεση του project, ο τσοπαναρέας αποφάνθηκε… Στεκόμουν όρθιος μπροστά του και, εν ολίγοις, του (ξανα)έλεγα: «Δεν θα δώσεις μία. Εμείς τρέχουμε ήδη και καίμε γνωριμίες και άλλα αβαντάζ μας. Θα καθαρίζεις 1.800 ευρώ στην τσέπη μέσα στο τριήμερο. Δώσε μας 1.200 το μήνα ΟΤΑΝ θα έρθουν αυτά τα χρήματα. Όχι πριν, και όχι αν δεν πετύχει. Άντε… Να το κάνουμε, τελικά;». Και τον βλέπω να βάζει το χέρι στην τσέπη, να βγάζει ένα 2ευρω, να μου το δείχνει και να ψιθυρίζει μειδιάζοντας: «Πάνο μου, όλα καταλήγουν εδώ». Έμεινα και τον κοίταζα για 3-4 λεπτά (δεν κάνω πλάκα) αμίλητος. Μέσα μου, αρχικά οι σκέψεις στέρεψαν ενώπιον της «δεν τα ‘θελες τα γίδια και το κοτέτσι, μωρή» έκφρασης του προσώπου του, που άνετα το μπλάβιαζα στα μπουνίδια. Κάποτε ο εγκέφαλός μου επαναλειτούργησε και σκέφτηκα: «Τώρα να σε φτύσω; Να ξεράσω την τυρόπιτα στη μούρη σου; Να σου σκάσω μπουκέτο; Να καλέσω τους ανθρώπους με τις άσπρες μπλούζες από το Δαφνί να σε μαζέψουν; Να σε σκοτώσω, να σε βαλσαμώσω και να σε στείλω στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Νέας Υόρκης; Να σε βγάλω μια φωτογραφία να θαυμάζουν την μαλ@






κία σου οι επόμενες γενεές; Να σε κλείσω σε κάψουλα και να σε στείλω στο Διάστημα, μήνυμα φιλίας προς τα ξαδέλφια σου τα ούφο;».

Δεν έκανα τίποτα από αυτά. Απλά στράφηκα προς την αντίθετη κατεύθυνση και βγήκα από το γραφείο του.

Μπεεεεε… Μουουουου… Κοτ-κοτ-κοτ…

Έλεος! Βόσκα τα πράτα βόσκα τα!

Γι’ αυτό, iPanic-όβιε, σου επισημαίνω το παρακάτω: μη νομίζεις πως τα «πρωινά» αφεντικά είναι κοτούλες και κυρίζια, ενώ τα «νυχτερινά» ξήγες και μπεσαλήδες. Δε σέιμ σιτ! Όσοι δεν είναι μαφιοζόπουλα, ή οι ελάχιστοι (δύο; τρεις;) που αγαπάνε το αντικείμενό τους και δίνονται σε αυτό, τότε είναι σίγουρα οτινάνηδες.

Και για τη συγκεκριμένη φάρα, λέω αυτό και κλείνω: Φακ το νινί που σας πέταγε, καραγκιόζαροι!

ΥΓ: Ευχαριστώ θερμά τον συνονόματο εκδότη του iPanic, παλιό φίλο και συνεργάτη, για την πρότασή του να κάνω τα… περάσματά μου από τις ηλεκτρονικές σελίδες αυτού του τόσο controversial περιοδικού. Αν και πιάστηκα λίγο εξ απήνης, και παρόλο που τελευταία πήζω θεότρελα, υπόσχομαι με τον καιρό να βρω τον ρυθμό μου και να τα λέμε όοοπως πρέπει.

___________

Στο νέο τεύχος (IPanic vol 14) ο Πάνος Πιλάτος γράφει για την Φιλανθρωπία των Μούλων!